Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γενναιότης

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: γενναιότης Medium diacritics: γενναιότης Low diacritics: γενναιότης Capitals: ΓΕΝΝΑΙΟΤΗΣ
Transliteration A: gennaiótēs Transliteration B: gennaiotēs Transliteration C: gennaiotis Beta Code: gennaio/ths

English (LSJ)

ητος, ἡ, A the character of a γενναῖος, nobility, E.Ph. 1680, Th.3.82; of land, fertility, X.Cyr.8.3.38, Plb.3.44.8; noble birth, J.AJ19.3.1; high spirit, of colts, Max. Tyr.7.8.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 483] ητος, ἡ, das Wesen des γενναῖος, Adel, Edelsinn, Eur. Phoen. 1694; Thuc. 3, 82; Pol. 1, 59, 7. Vom Lande, Fruchtbarkeit, Xen. Cyr. 8, 3, 38 Pol. 3, 44, 8.

Greek (Liddell-Scott)

γενναιότης: -ητος, ἡ, ὁ χαρακτὴρ τοῦ γενναίου, εὐγένεια, Εὐρ. Φοιν. 1680, Θουκ. 3. 82· ἐπὶ γῆς, εὐφορία, Ξεν. Κύρ. 8. 3, 38.

French (Bailly abrégé)

ητος (ἡ) :
qualité d’une âme bien née, générosité, noblesse ; p. anal. en parl. du sol générosité, fécondité.
Étymologie: γενναῖος.

Spanish (DGE)

-ητος, ἡ
1 alto nacimiento, noble cunadel emperador Claudio, I.AI 19.212, cf. 17.333, de Heracles, Corn.ND 31
de pueblos nobleza γένους ... γενναιότητι D.Chr.39.1, τῷ ὄντι καθαρῶς ὄντας Ἕλληνας ἐν αὐτῷ τούτῳ τὴν γενναιότητα ἐπιδεικνύναι D.Chr.48.8
de anim. pura raza Max.Tyr.1.8.
2 nobleza de alma γ. σοι, μωρία δ' ἔνεστί τις de Antígona, E.Ph.1680, cf. Th.3.82, Plb.1.59.6
conducta noble, entereza, gallardía, generosidad ὑπὸ γενναιότητος ... ταῦτα διενεγκεῖν Themist.Ep.13, γ. καὶ τόλμα Plb.1.36.7, τὸν ἑαυτοῦ θάνατον ὑπόδειγμα γενναιότητος LXX 2Ma.6.31, τοῦ βουλεύματος I.BI 7.406, cf. LXX 4Ma.17.2, ἠθῶν Phld.Mus.4.1B.9, Mac.Aeg.Serm.B 19.1.4, τῆς ψυχῆς D.C.36.12, de los mártires Mart.Pol.2.2, ἐν τοῖς λόγοις ἁπλότητα καὶ γενναιότητα τοῦ τρόπου D.Chr.18.11, como virtud estoica junto a σωφροσύνη καὶ εὐταξία Diog.Bab.Stoic.3.226.
3 fertilidad (τὸ γῄδιον) ὑπὸ γενναιότητος καὶ διπλάσια ἀπέδωκεν X.Cyr.8.3.38, ἡ τῆς χώρας γ. Plb.3.44.8.

Greek Monotonic

γενναιότης: -ητος, ἡ (γενναῖος), η ευγένεια του χαρακτήρα, η αριστοκρατική συμπεριφορά, σε Ευρ., Θουκ.· λέγεται για το έδαφος, η γονιμότητα, η ευφορία του εδάφους, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

γενναιότης: ητος ἡ
1) благородство Eur., Thuc., Polyb.;
2) отличные качества, плодородие (sc. χώρας Xen., Polyb.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γενναιότης -ητος, ἡ γενναῖος edele kwaliteit:; γενναιότης σοι, μωρία δ ’ ἔνεστί τις u bezit geestesadel, maar ook een zekere dwaasheid Eur. Phoen. 1680; van vruchtbare landbouwgrond :. ὑπὸ γενναιότητος καὶ διπλάσια ἀπέδωκεν door de edele kwaliteit ervan leverde (de grond) zelfs het dubbele op Xen. Cyr. 8.3.38.

Middle Liddell

γενναῖος
nobleness of character, nobility, Eur., Thuc.: of land, fertility, Xen.

English (Woodhouse)

γενναιότης = high birth, magnanimity, nobility, high degree, highmindedness, nobility of character

⇢ Look up "γενναιότης" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)