Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γλύκισμα

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη. Τὸ δὲ ἡττᾶσθαι αὐτὸν ὑφ' ἑαυτοῦ πάντων αἴσχιστόν τε ἅμα καὶ κάκιστον. → Τo conquer yourself is the first and best victory of all, while to be conquered by yourself is of all the most shameful as well as evil
Plato, Laws, 626e

Greek Monolingual

το (AM γλύκυσμα, Μ και γλύκισμα)
1. γλύκα, γλυκύτητα
2. γλυκό παρασκεύασμα με διάφορα υλικά και μέλι ή ζάχαρη
νεοελλ.
1. εύγευστο έδεσμα
2. παρασκεύασμα γλυκό με θεραπευτικές ιδιότητες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το μσν.- νεοελλ. γλύκισμα < αρχ. γλύκυσμα < γλυκαίνω αντί γλυκύνω. Η διατήρηση τών δύο συνεχόμενων -υ- στον τ. γλύκυσμα πιθ. κατά το ήδυσμα (βλ. και λ. γλυκαίνω)].