Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δέρος

Ὄττω τις ἔραται → Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: δέρος Medium diacritics: δέρος Low diacritics: δέρος Capitals: ΔΕΡΟΣ
Transliteration A: déros Transliteration B: deros Transliteration C: deros Beta Code: de/ros

English (LSJ)

and δέρας, τό, poet. and Ion. (δέρας GDIinp.875 (Chios)) for δέρμα, only nom. and acc. (exc. gen. δέρατος or δέρους in D.S.4.56): A δέρος S.Fr.11, E.Med.5 cod. L, Ph.1120, Ion995, A.R.1.245, al., Epic. in Arch.Pap.7.3; δέρας E.Med.480 codd. plures, Ba.835.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 549] τό, das Fell. die Haut, Soph. frg. 16; Eur. Phoen. 1120 u. Sp., wie Ap. Rh. 2, 120. S. δέρας.

Greek (Liddell-Scott)

δέρος: καὶ δέρας, τό, ποιητ. ἀντὶ δέρμα, ἀλλ’ ἐν χρήσει μόνον κατ’ ὀνομ. καὶ αἰτιατ. (πλὴν τῆς γεν. δέρατος ἢ δέρους παρὰ Διοδ. 4. 56)·- ὁ τύπος δέρος διατηρεῖται παρὰ Σοφ. Σχολ. Ἀριστοφ. Ὄρν. 934, καὶ κατὰ τὰ ἄριστα χειρόγρ. ἐν Εὐρ. Μηδ. 5, Φοιν. 1120, Ἴωνι 995, καὶ ἀπαντᾷ συχν. παρὰ τῷ Ἀπολλ. Ροδ.· ἀλλὰ δέρας ἐν Εὐρ. Μηδ. 480, Βάκχ. 835, Ἐπιγρ. Δελφ. ἐν τῇ Συλλ. Ἐπιγρ. 2265. 13.

French (Bailly abrégé)

(τό) :
seul. nom.-acc. sg.
peau.
Étymologie: cf. δέρω, δέρμα.

Spanish (DGE)

-εος, τό
piel de animal desollado ref. al vellocino de oro τὸ πάγχρυσον δ. E.Med.5, cf. 480, A.R.1.245, 4.1319, D.S.4.56, de otros anim. παρδαλήφορος δ. S.Fr.11, λέοντος E.Ph.1120, de la Gorgona, E.Io 995, αἰγός Opp.H.4.354, de un ciervo, Dionysius 19ue.3, de la víctima en los sacrificios Sokolowski 2.129.7 (Quíos V a.C.), cf. δέρας.

Greek Monolingual

το
βλ. δέρας.

Greek Monotonic

δέρος: και δέρας, τό, ποιητ. αντί δέρμα, όμως μόνο στην ονομ. και αιτ., σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

δέρος: ους τό Soph., Eur., Diod. = δέρμα 2.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δέρος -ους, τό [δέρω] huid, vel.

Middle Liddell

poetic for δέρμα, Eur.

English (Woodhouse)

δέρος = hide, skin, skin stripped from an animal

⇢ Look up "δέρος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)