Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δίωξη

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

η (AM δίωξις) διώκω
1. το να διώκει κανείς κάποιον
2. καταγγελία
νεοελλ.
1. κατατρεγμός («οι διώξεις τών αντιφρονούντων»)
2. «ποινική διώξη» — καταγγελία την οποία ασκούν εν ονόματι της Πολιτείας οι αρμόδιες δικαστικές αρχές
αρχ.
επιδίωξη αντικειμενικού σκοπού.