Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δερματέμπορος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ο
ο έμπορος δερμάτων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1869 στον Σπ. Ν. Βασιλειάδη].