Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διάδεξις

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: διάδεξις Medium diacritics: διάδεξις Low diacritics: διάδεξις Capitals: ΔΙΑΔΕΞΙΣ
Transliteration A: diádexis Transliteration B: diadexis Transliteration C: diadeksis Beta Code: dia/decis

English (LSJ)

εως, ἡ, A passage, ὑποχονδρίων Hp.Epid.6.2.14; δ. ἐκ πατέρων hereditary transmission, Aret.CD2.12; δ. γένεος procreation, ib. 2.5. II transition from one disease to another, ib.1.1.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

διάδεξις: -εως, Ἰων. -ιος, ἡ, = διαδοχή, Ἱππ. 1170Α, Ἀρεθ. 131. 15., 133. 30.

Spanish (DGE)

-ιος, ἡ
medic. sucesión, transmisión, de enfermedades que son secuela de otras, c. gen. τῶν ὑποχονδρίων Hp.Epid.6.2.14, τὰ σμικρὰ μεζόνων ποιέεται διαδέξιας las (enfermedades) leves traen como secuela otras más graves Aret.CD 1.1.1, ἐκ διαδέξιος νούσου Aret.CA 1.2.3, δ. πατέρων transmisión hereditaria Aret.CD 2.12.1, δ. γένεος procreación Aret.CD 2.5.1.

Greek Monolingual

διάδεξις, η (-εως και ιων. -ιος) (Α) διαδέχομαι
1. η διαδοχή
2. η μετάσταση από νόσο σε νόσο
3. κληρονομική μετάδοση.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

διάδεξις -εως, ἡ [διαδέχομαι] geneesk., passage, doorgang.