Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαπέμπω

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: διαπέμπω Medium diacritics: διαπέμπω Low diacritics: διαπέμπω Capitals: ΔΙΑΠΕΜΠΩ
Transliteration A: diapémpō Transliteration B: diapempō Transliteration C: diapempo Beta Code: diape/mpw

English (LSJ)

A send off in different directions, Hdt.1.48,84, etc.; ἄλλους ἄλλῃ δ. Th.8.64; φρουρὰς κατὰ χώραν Id.4.55; δ. τὴν ἰκμάδα (through the body), Arist.PA681a30; τὸ πνεῦμα Id.HA496a32; τὴν φωνὴν εἰς τὸ πρόσω Id.PA662b22:—Med., send out expeditions, OGI199.35 (Adule). II send over or across, τινὰ πρός τινα Ar.Pl.398; τινά τινι Th.4.123; transmit, BGU5ii19 (ii A.D.), etc.; ἐπιστολήν Th.1.129:—Med., Id.3.75 (possibly Pass.), SIG741.33 (Nysa, i B.C.); ἐσθῆτά τινι Ph.2.43. III Med., send messages, περὶ βοηθείας πρός τινα Plb.5.72.1; πρὸς τοὺς φίλους Plu.Arat.8.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 594] 1) an verschiedene Orte oder Personen hinschicken; ἄλλον ἄλλῃ, Thuc. 8, 64; ὡς ἑκασταχόσε ἔδει 4, 55; vgl. Xen. Cyr. 1, 5, 3; Sp.; so pass., Her. 1, 67. 81; auch med., χρησμόν, Luc. – 2) hinüber-, über-, zuschicken, πρός τινα, Ar. Plut. 398; τινί τι, Thuc. 4, 123; εἴς τινα τόπον, 3, 75; Pol. 35, 3, 6 u. Sp. – Med. eben so; ἀλλήλοις, einander zuschicken, Plut. Conv. Sap. 13; bes. ἀγγέλους πρός τινα, Pyrrh. 10; u. so absol., Them. 31.

Greek (Liddell-Scott)

διαπέμπω: ἀποστέλλω, ἐκπέμπω κατὰ διαφόρους διευθύνσεις, στέλλω ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, Ἡρόδ. 1. 46, 48, 84, κτλ.· δ. ἄλλον ἄλλῃ Θουκ. 8. 64· δ. τὴν ἰκμάδα (διὰ μέσου τοῦ σώματος) Ἀριστ. Ζ. Μ. 4. 5, 46· τὸ πνεῦμα ὁ αὐτ. Ἱ. Ζ. 1. 17, 6· τὴν φωνὴν ὁ αὐτ. Ζ. Μ. 3. 1, ἐν τέλ. ΙΙ. στέλλω διὰ μέσου, τινὰ πρός τινα Ἀριστοφ. Πλ. 398· τινά τινι Θουκ. 4. 123· τινὰ περί τινος, πρός τινα Πολύβ. 5. 72, 1· διαβιβάζω, ἐπιστολὴν Θουκ. 1. 129· οὕτως ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, ὁ αὐτ. 3. 75.

French (Bailly abrégé)

1 envoyer de divers côtés;
2 envoyer comme intermédiaire, transmettre;
Moy. διαπέμπομαι envoyer, transmettre.
Étymologie: διά, πέμπω.

Spanish (DGE)

I 1transportar, enviar al otro lado γυναῖκας πέρην ἐς τὴν Ἀχαιίην (desde Delfos), Hdt.8.36, σε ... δεῦρο ἀπὸ τῆς νήσου D.Chr.36.25.
II 1enviar, despachar en varias direcciones, por todos lados c. ac. de pers. διαπέμψας ἱππέας Hdt.1.84, ἄλλους ἄλλῃ Hdt.1.46, Th.8.64, κατὰ τὴν χώραν φρουράς Th.4.55, cf. D.C.47.14.3, πρὸς ἡμᾶς τοὺς φίλους Ar.Pl.398, το̄̀ς δὲ κήρυκας ... ἐς τὰς χώρας Schwyzer 688B.6 (Quíos V a.C.), c. ac. y dat. αὐτοῖς ... ὁπλίτας Th.4.123, sólo c. ac. de direc. ἐς πάσας τὰς πόλις Hdt.2.121ζ, cf. 3.67, 9.41, ἕκαστος ... ἐς τοὺς ἑωυτοῦ Hdt.6.10, παρὰ τὰ χρηστήρια τοὺς θεοπρόπους Hdt.1.48, en v. pas. διαπεμφθῆναι εἰς Ἰεροσόλυμα LXX 2Ma.3.37, ὁ διαπεμφθεὶς ἐπὶ τὴν ζήτησιν αὐτῆς el enviado en busca de ésta (de la virtud), Ph.1.567, ἀδύνατόν ἐστι τὴν ἐκ τῆς Βρεττανικῆς νήσου σιτοπομπίαν ἐπὶ τὰ Ῥωμαϊκὰ φρούρια διαπέμπεσθαι Eun.Hist.18.6
abs. en v. med. mandar expediciones ἃ μὲν αὐτὸς ἐγὼ ἐλθὼν ... ἃ δὲ διαπεμπόμενος (sometí a los pueblos vecinos) unas veces yendo yo mismo, otras enviando mis ejércitos, IAxoum.277.38 (Adulis I d.C.?).
2 c. ac. de cosa mandar, enviar, expedir, remitir por mensajeros, correo ἐπιστολήν Th.1.129, τὰ προστάγματα Str.2.5.11, χ[ρ] ήματα δια[πέμψα] ς [ε] ἰς Πελο[πόννη] σον Hyp.Dem.15.17, μοι (τὰ ἱμάτια) POxy.3853.5, cf. PSI 1080.10 (ambos III d.C.), παλαιοὺς οἴνους para una fiesta IStratonikeia 256.8 (Panamara II d.C.), en v. pas. IEphesos 3825.28 (I a./d.C.)
en v. med. mismo sent. τὰ ἐπιτήδεια ἐκεῖσε αὐτοῖς Th.3.75, πρεσβείην πρὸς θεραπείην Hp.Ep.17.4, cf. SIG 741.33 (Nisa I a.C.), τὴν ἐσθῆτα ... τῷ πατρί Ph.2.43, σοι διὰ τοῦ ἀδελφοῦ (δραχμὰς) ις POxy.3919.3 (II d.C.), πέμσον μοι εἰς τὸ ὀπφίκιον ἐπιστόλιον καὶ Μέμνων μοι διαπέμπεται envíame una carta al despacho y Memnón me la hará llegar, PMeyer 20.51 (III d.C.), cf. PMich.490.16 (II d.C.)
enviar mensajes c. dat. διαπέμπειν ... τοῖς ἐν Ῥώμῃ I.AI 16.253, c. πρός y ac. οὕτω γὰρ ... διαπέμποιέν τε ἂν οἰκονομοῦντες πρὸς τοὺς κατ' οἶκον de modo que así puedan dar instrucciones para su administración a los que están en casa Aen.Tact.3.6, sin rég. Hld.8.9.5
en v. med. mismo sent. περὶ βοηθείας πρὸς Ἀχαιόν Plb.5.72.1, ἔφη ... τοὺς ἐπιφανεστάτους Ῥηγίνων κρύφα διαπέμπεσθαι πρὸς αὐτόν dijo que los más ilustres regianos le enviaban mensajes en secreto D.H.20.4, πρὸς τοὺς φίλους Plu.Arat.8.
3 c. ac. de cosa distribuir, transmitir, difundir como actividad fisiológica en sent. lato φλέβια διὰ τοῦ ἄλλου σώματος Hp.Oss.14, τὸ πνεῦμα ... τῇ καρδίᾳ Arist.HA 496a32, τὴν ἰκμάδα Arist.PA 681a30, τὴν φωνὴν εἰς τὸ πρόσω Arist.PA 662b22, τὰς ἀκοὰς ... εἰς τὸν νοῦν Thphr.Sens.38, en bot. οὐ δύνασθαι τὰς ἀτμίδας ἕλκειν οὐδὲ διαπέμπειν Thphr.CP 3.23.2, en v. pas. τοῖς (δένδροις) ... ταχὺ διαπέμπεσθαι τὴν τροφήν Thphr.CP 2.11.7, cf. Ph.2.353
de astros emitir, difundir τὴν ἀκτῖνα λεπτὴν διαπέμπειν D.Chr.40.39, cf. Plu.2.928b
fig., en v. med. ἀνὴρ σκολιὸς διαπέμπεται κακά LXX Pr.16.28.

Greek Monolingual

διαπέμπω)
1. στέλνω κάτι προς διάφορες διευθύνσεις
2. στέλνω μέσω άλλου
3. διαβιβάζω
4. (-ομαι) στέλνω αγγελιαφόρους.

Greek Monotonic

διαπέμπω: μέλ. -ψω,
I. στέλνω, αποστέλλω προς διαφορετικές κατευθύνσεις, στέλνω προς και μακριά, διαβιβάζω εδώ και κει, σε Ηρόδ., Θουκ.
II. στέλνω δια μέσου, σε Αριστοφ., Θουκ.· μεταβιβάζω, διαβιβάζω, μεταδίδω, ἐπιστολήν, στον ίδ.· ομοίως στη Μέσ., στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

διαπέμπω: тж. med.
1) посылать в разные места, рассылать (παρὰ τὰ χρηστήρια τοὺς θεοπρόπους Her.; ἄλλον ἄλλῃ Thuc.; τινὰς πρός τινας Xen.; ἐμπόρων πλῆθος Arst.; ἄλλον εἰς ἄλλην πόλιν Plut.);
2) посылать, отправлять (τινὰ πρός τινα Arph.; πεντακοσίους ὁπλίτας τινί Thuc.; τὸ πνεῦμα τῇ καρδίᾳ Arst.; ἕτερον στρατηγὸν εἰς τὴν Ἰβηρίαν Polyb.; ἀγγέλους καὶ γράμματά τινι Plut.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δια-πέμπω (in verschillende richtingen) sturen:. δ. ἄλλους ἄλλῃ iedereen ergens anders heen sturen Hdt. 1.46.2. sturen, over laten brengen:. ἐπιστολήν een brief Thuc. 1.129.1. med. ook abs. berichten sturen: met πρός + acc.: πρὸς τοὺς φίλους naar zijn vrienden Plut. Arat. 8.4.

Middle Liddell

fut. ψω
I. to send off in different directions, send to and fro, send about or round, Hdt., Thuc.
II. to send over or across, Ar., Thuc.: to transmit, ἐπιστολήν Thuc.; so in Mid., Thuc.