Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διηγούμαι

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

και διηγιέμαι και δηγιέμαι (AM διηγούμαι, -έομαι) ηγούμαι
εξιστορώ, αφηγούμαι πραγματικό ή φανταστικό γεγονός
μσν.
αναφέρω
νεοελλ.
φρ. α) «εγώ στον πόλεμο και συ δηγάσαι» — γι' αυτούς που λένε ανακρίβειες μπροστά σε αυτόπτες μάρτυρες
β) «που σωπαίνει δεν πονάει, που δηγιέται δεν πεινάει» — γι' αυτούς που διατυμπανίζουν τη φτώχεια τους.