Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δολοφόνος

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: δολοφόνος Medium diacritics: δολοφόνος Low diacritics: δολοφόνος Capitals: ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Transliteration A: dolophónos Transliteration B: dolophonos Transliteration C: dolofonos Beta Code: dolofo/nos

English (LSJ)

ον, slaying by treachery, privy to treacherous murder, λέβης δ. A. Ag. 1129 (lyr.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 655] hinterlistig, meuchlerisch mordend; Aesch. Ag. 1100.

Greek (Liddell-Scott)

δολοφόνος: -ον, ὁ διὰ δόλου φονεύων, λέβης δ. Αἰσχύλ. Ἀγ. 1129· - δολοφόντης, ου, ὁ, Χρησμ. Σιβύλλ. 8. 196.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui tue par trahison.
Étymologie: δόλος, πεφνεῖν.

Spanish (DGE)

-ον
que mata a traición, que es cómplice de un asesinato doloso metáf. λέβης de la bañera de Agamenón, A.A.1129, cf. Gloss.2.280.

Greek Monolingual

ο, η (θηλ. και δολοφόνισσα) (AM δολοφόνος, -ον)
το αρσ. και θηλ. ως ουσ. ο, η δολοφόνος
αυτός που διαπράττει φόνο με δόλο, εκ προμελέτης
νεοελλ.
αυτός που προκαλεί καταστροφή με δόλια μέσα
αρχ.
αυτός που χρησιμοποιήθηκε κατά τη δολοφονία.

Greek Monotonic

δολοφόνος: -ον (*φένω), αυτός που σκοτώνει με δόλο, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

δολοφόνος: используемый для предательского убийства, убийственный, гибельный (λέβης Aesch.).

Middle Liddell

δολο-φόνος, ον adj [*φένω
slaying by treachery, Aesch.