Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

είδηση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (AM εἴδησις)
1. πληροφορία, αγγελία
2. το ίδιο το γεγονός για το οποίο δίνεται η πληροφορία
νεοελλ.
Ι. 1. η πρώτη αναγγελία κάποιου γεγονότος στον Τύπο, στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση
II. φρ.
1. «παίρνω είδηση» — καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
2. «δίνω είδηση» — ειδοποιώ, πληροφορώ
3. «φέρνω ειδήσεις» — γνωστοποιώ
(αρχ.- μσν.) γνώση, επίγνωση
μσν.
απόλυση, απομάκρυνση από κάποια θέση
αρχ.
1. μάθηση, γνώση
2. πληθ. εἰδήσεις
τρόποι μαθήσεως.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. είδησις σχηματίστηκε από την απαθή βαθμίδα της ρίζας weid- «γνωρίζω», η οποία εμφανίζεται στον παρακμ. οίδα].