Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

είσπραξη

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (AM εἴσπραξις)
συγκέντρωση, παραλαβή οφειλόμενων χρημάτων ή φόρων («είσπραξη σε είδος»)
νεοελλ.
το ποσό τών χρημάτων που εισπράχθηκαν («μέτρησε την είσπραξη»)
μσν.
συνέπεια ενός κακού, τιμωρία
αρχ.
στρατολογία.