Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εκούσιος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

-α, -ο (AM ἑκούσιος, -α, -ον και ἐκούσιος, -ον)
αυτός που γίνεται με τη θέλησή του, ο ηθελημένος
αρχ.
1. αυτός που ενεργεί με ελεύθερη βούληση
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ ἑκούσια
πράξεις εθελοντικές
3. (απρσ.) «ἑκούσιόν ἐστί μοι» — είμαι πρόθυμος για κάτι.