Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ενδιαφέρον

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το
1. φροντίδα, διάθεση για κάποιον ή κάτι («έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον»)
2. ερωτική συμπάθεια
3. αυτό που κινεί την προσοχή («το βιβλίο έχει ενδιαφέρον»)
4. συμφέρον («τα ενδιαφέροντα τών Μεγάλων Δυνάμεων στην περιοχή»).