Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξάσκηση

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος → He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125

Greek Monolingual

η εξασκώ
1. εκπαίδευση, εκγύμναση, άσκηση σε κάτι, προπόνηση, κατάρτισηεξάσκηση στη σκοποβολή»)
2. η εφαρμογή θεωρητικών γνώσεων, η χρησιμοποίησή τους στην πράξηεξάσκηση επαγγέλματος»).