Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επίκαιρος

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἐπίκαιρος, -ον)
1. αυτός που γίνεται σε κατάλληλο χρόνο, έγκαιρος («επίκαιρη συζήτηση»)
2. (για τόπο) αυτός που έχει μεγάλη σημασία, ο σπουδαίος, ο σημαντικός για κάποιο σκοπό («επίκαιρα σημεία»)
νεοελλ.
1. (για ενέργεια) καίριος, αποτελεσματικός
2. (το ουδ. ως ουσ. συνήθ. στον πληθ.) τα επίκαιρα
τα νέα, τα πρόσφατα γεγονότα
αρχ.
1. αυτός που παρουσιάζει πλεονεκτήματα, πλεονεκτικός («τά ἐπίκαιρα φυλάττοντες», Ξεν.)
2. (για πάθος) αυθόρμητη έκρηξη
3. (με γεν.) ο κατάλληλος για κάτι («τρίποδ’ ἀμφίπυρον λουτρῶν ὁσίων θέσθ’ ἐπίκαιρον», Σοφ.)
4. (για μέρη του σώματος) καίριος, ζωτικός
5. (για ζωή) αναγκαίος
6. (για τραύματα, πληγές) επικίνδυνος
7. πρόσκαιρος, παροδικός, προσωρινός
8. (για πρόσ.) αυτός που βοηθά σε κατάλληλο χρόνο, σε ώρα ανάγκης («ἐσσὶ δ’ ἰατὴρ ἐπικαιρότατος», Πίνδ.).
επίρρ...
επικαίρως, -α
1. σε κατάλληλο καιρό, κατάλληλα
2. καίρια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + καιρός «κατάλληλη στιγμή, ευκαιρία»].