Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επίστρωμα

Greek Monolingual

το (Μ ἐπίστρωμα) επιστόρνυμι
νεοελλ.
ό,τι στρώνεται ή απλώνεται επάνω σε κάτι άλλο, επικάλυμμα
μσν.
σαμάρι.