Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επινόηση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (Α ἐπινόησις) επινοώ
1. η πράξη του επινοώ, η σύλληψη μιας ιδέας, η εφεύρεση
2. η ίδια η ιδέα που συλλαμβάνει κανείς, το επινόημα.