Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ετερογνώμων

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

ἑτερογνώμων, -ον (ΑΜ)
αυτός που έχει διαφορετική γνώμη
μσν.
(για τη θέληση του Χριστού αναφορικά με την ανθρώπινη και τη θεία υπόστασή του) διαφορετικός, ξεχωριστός στη σκέψη
αρχ.
1. αυτός που έχει ευμετάβλητες σκέψεις, ασταθή νου
2. (για σκέψεις) μεταβλητός, ασταθής
3. αυτός που προκαλεί διαφωνία, διένεξη ή διχόνοια («ἑτερογνώμονα στοιχεῑα»).
επίρρ...
ἑτερογνωμόνως
με διαφορετική γνώμη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο- + γνώμων (πρβλ. αγνώμων, ευγνώμων)].