Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εύπιστος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν → Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α εὔπιστος, -ον)
1. αυτός που πιστεύει εύκολα σε κάτι, ο ευκολόπιστος
2. συνεκδ. αφελής, απλοϊκός, άκριτος
αρχ.
1. άξιος εμπιστοσύνης, αξιόπιστος
2. (για λόγους, γεγονότα, φήμες κ.λπ.) ευκολοπίστευτος, εύκολα πιστευόμενος
2. αυτός που υπακούει πρόθυμα, ο ευπειθής.
επίρρ...
ευπίστως και εύπιστα (Α εὐπίστως)
με εύπιστο τρόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πιστός.