Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εὐμένεια

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: εὐμένεια Medium diacritics: εὐμένεια Low diacritics: ευμένεια Capitals: ΕΥΜΕΝΕΙΑ
Transliteration A: euméneia Transliteration B: eumeneia Transliteration C: evmeneia Beta Code: eu)me/neia

English (LSJ)

ἡ, poet. εὐμελ-ία Pi.P.12.4:—A goodwill, favour, ἡμῖν… παρὰ τῶν θεῶν… εὐ. εἴη Hdt.2.45, cf. S.OC631, E.Hel.313, X.Ap.7, Pl. Smp.197d, etc.; ἡ πρὸς τὸ θεῖον εὐ. the favour of the gods (v. πρός) Th.5.105; ἡ συναντωμένη τισὶν εὐ. παρὰ τοῦ δαιμονίον SIG601.14 (Teos, ii B.C.); ἐπ' εὐμενείᾳ to gain favour, Luc.Tox.1; σὺν εὐμενίᾳ kindly, Pi.l.c. II of smell, pleasantness, Thphr.CP6.14.12.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1080] ἡ, p. εὐμενία, Pind. P. 12, 4, ion. εὐμενέη, l. d. bei Her., das Wesen u. Benehmen eines εὐμενής, Wohlwollen, Freundlichkeit; εὐμένεια εἴη παρὰ τῶν θεῶν ἡμῖν εἰποῦσι Her. 2, 45, d. i. mögen sie uns gnädig sein; vgl. Xen. Apol. 7; ἐπ' εὐμενείᾳ θύειν, damit er gnädig sei, Luc. Tor. 1; – von Menschen, Soph. O. C. 637 Eur. Hel. 313; φιλόδωρος εὐμενείας Plat. Conv. 197 b; S0.; εὐμ. πρὸς τὸ θεῖον, Ergebenheit, Thuc. 5, 105; σὺν εὐμενίᾳ δέξαι στεφάνωμα Pind. a. a. O., nimm huldreich auf, – Auch vom Geruch, Lieblichkeit, Theophr.

Greek (Liddell-Scott)

εὐμένεια: ἡ, ποιητ. εὐμενία, Πινδ. Π. 12. 8: ― ὁ χαρακτὴρ ἢ ὁ τρόπος τοῦ εὐμενοῦς, καλὴ διάθεσις πρός τινα, εὔνοια, χάρις, ἡμῖν… παρὰ τῶν θεῶν… εὐμένεια εἴη Ἡρόδ. 2. 45, πρβλ. Σοφ. Ο. Κ. 631, Εὐρ. Ἑλ. 313, Ξεν. Ἀπολ. 7· εὐμ. πρὸς τὸ θεῖον Θουκ. 5. 105· ἐπ’ εὐμενίᾳ, ὅπως κερδήσῃ τις τὴν εὔνοιαν τῶν θεῶν, Λουκ. Τόξ. 1· σὺν εὐμενίᾳ, εὐμενῶς, Πίνδ. ἔνθ’ ἀνωτ. ΙΙ. ἐπὶ ὀσμῆς, ἡδύτης, τὸ εὐάρεστον, Θεοφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 6. 14, 12.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
bienveillance, bonté : εὐμένεια πρὸς τὸ θεῖον THC la faveur des dieux ; ἐπ’ εὐμενείᾳ LUC pour gagner la faveur des dieux.
Étymologie: εὐμενής.

Greek Monolingual

η (ΑΜ εὐμένεια, Α ποιητ. τ. εὐμενία) ευμενής
ευνοϊκή, αγαθή διάθεση, καλή πρόθεση, εύνοιαφιλόδωρος εὐμενείας, ἄδωρος δυσμενείας», Πλατ.)
αρχ.
1. ευσέβεια (ἡ πρὸς τὸ θεῑον εὐμένεια», Θουκ.)
2. (για οσμή) γλυκύτητα, ευαρέσκεια
3. φρ. α) «ἐπ' εὐμενείᾳ» — για να κερδίσει κάποιος την εύνοια
β) «σὺν εὐμενείᾳ» — ευμενώς, ευνοϊκά.

Greek Monotonic

εὐμένεια: ἡ, ποιητ. -ία (εὐμενής), ο χαρακτήρας, ο τρόπος του εὐμενοῦς, καλή διάθεση, εύνοια, χάρη, σε Ηρόδ., Σοφ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

εὐμένεια:
1) благоволение, благосклонность, милость (παρὰ τῶν θεῶν Her.; ἀνδρὸς τοιοῦδε Soph.): ἐπ᾽ εὐμενείᾳ Luc. чтобы заслужить милость (богов);
2) преданность (πρὸς τὸ θεῖον Thuc.; πρὸς τὸν βασιλέα Plut.).

Middle Liddell

εὐμένεια, ἡ, εὐμενής
the character of the εὐμενής, goodwill, favour, grace, Hdt., Soph., etc.

English (Woodhouse)

εὐμένεια = favor, favour, good-will, good will

⇢ Look up "εὐμένεια" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)