Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θάμπωμα

Ὄττω τις ἔραται → Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

το θαμπώνω
1. θάμβος, συσκότιση, κατάπληξη
2. απώλεια στιλπνότητας ή διαύγειας, θόλωμα
3. μείωση της όρασης.