Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θέληση

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

η (AM θέλησις) θέλω
η βούληση προς επιδίωξη και επίτευξη ορισμένου σκοπού (α. «αυτό το παιδί έχει θέληση, θα προκόψει» β. «τῇ θελήσει τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἦλθον», ΠΔ)
νεοελλ.
1. δύναμη του χαρακτήρα («άνθρωπος χωρίς θέληση»)
2. διάθεση («με λίγη καλή θέληση όλα διορθώνονται»)
3. φρ. α) «καλή θέληση» — εύνοια
θ) «κακή θέληση» — δυσμένεια
νεοελλ.-μσν.
1. επιθυμία, αξίωση («το έκαμε παρά τη θέλησή του»)
2. συγκατάθεση, συναίνεση
μσν.
φρ. «είμαι στη θέληση κάποιου» — βρίσκομαι στη διάθεση κάποιου, είμαι στις προσταγές του
αρχ.
εύνοια, ευμένεια.