Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θείος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

(I)
-α, -ο (AM θεῑος, α-, -ον, Α επικ. τ. θέειος και θεήιος, αιολ. τ. θήιος, λακων. τ. σείος)
1. αυτός που κατάγεται ή προέρχεται από τον θεό (ή τους θεούς) ή ο σταλμένος από θεό («θεῑον γένος», Ομ. Ιλ.)
2. αυτός που ανήκει ή είναι αφιερωμένος σε θεό, ιερόςθεία λειτουργία»)
3. αυτός που έχει την προστασία του θεού ή τών θεών (α. «θείοι πατέρες» β. «θείων βασιλήων», Ομ. Οδ.)
4. αυτός που υπερβαίνει τις ανθρώπινες δυνάμεις, υπερφυσικός, τέλειος, έξοχος («θεῑος ἀνήρ», Πίνδ.)
5. το ουδ. ως ουσ. το θείο(ν)
α) η θεότητα, ο θεός
β) η θεία φύση
6. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα θεία
α) τα υπέργεια, τα μη εγκόσμια, τα ιερά και άγια
β) η θρησκείαείναι αφοσιωμένος στα θεία»)
(μσν) φρ. «θεία ζωή» — η αιώνια ζωή
αρχ.
1. (παπ. και επιγρ.) αυτοκρατορικός («θεῑος ὅρκος» — ο όρκος που δινόταν από τον αυτοκράτορα)
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ θεῖα
α) οι ενέργειες και ιδιότητες τών θεών
β) τα θρησκευτικά θέματα.
επίρρ...
θείως και θεία (AM θείως)
1. με θεϊκό τρόπο, με θεία πρόνοια
2. έξοχα, λαμπρά (α. «μίλησε θεία» β. «θείως εἰρῆσθαι», Αριστοτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θε- (βλ. θεο-) + καταλ. -ιος.
ΠΑΡ. θειότης
αρχ.
θειάζω, θειόθεν, θειώ (Ι) θειώδης (Ι).
ΣΥΝΘ. Βλ. θειο-].
(II)
και θειος, θηλ. θεία και θεια (AM θεῑος, θηλ. θεία)
ο αδελφός ή η αδελφή του πατέρα ή της μητέρας, καθώς και οι σύζυγοι τους, αντίστοιχα
νεοελλ.
1. ο εξάδελφος ή η εξαδέλφη του πατέρα ή της μητέρας, καθώς και οι σύζυγοι τους, αντίστοιχα
2. (συν. σε συνεκφορά με γυναικείο όνομα ή επίθετο) προσφώνηση σε ηλικιωμένο άνθρωπο σε ένδειξη σεβασμού ή οικειότητας.
[ΕΤΥΜΟΛ. Κατά την επικρατέστερη άποψη < θ. θη- + κατάλ. -ειος. Συγγενές ως προς το θ. με τους αναδιπλασιασμένους τ. τήθη «γιαγιά» και τηθίς «θεία». Κατά το λατ. pro-avus «προπάππος» δημιουργήθηκε μτγν. αρχ. ελλ. τ. πρό-θειος «θείος του πατέρα ή της μητέρας». Ο όρος θείος είναι γενικότερος από τους πάτρως «αδελφός του πατέρα» και μήτρως «αδελφός της μητέρας», που δηλώνουν επί πλέον και τον γονέα του οποίου ο θείος είναι αδελφός].