Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θεμελίωση

Ὄττω τις ἔραται → Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η (Α θεμελίωσις) θεμελιώνω
το σύνολο τών εργασιών που αποσκοπούν στην έδραση ενός οικοδομήματος, η τοποθέτηση θεμελίων, το θεμέλιωμα («η θεμελίωση έγινε πάνω σε βράχο»)
νεοελλ.
1. όρυγμα υποδοχής τών θεμελίων
2. το θεμέλιο
3. μτφ. καθίδρυση, ίδρυση, στήσιμο
4. μτφ. στήριξη, εδραίωση, τεκμηρίωση.