Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θεμελίωση

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

η (Α θεμελίωσις) θεμελιώνω
το σύνολο τών εργασιών που αποσκοπούν στην έδραση ενός οικοδομήματος, η τοποθέτηση θεμελίων, το θεμέλιωμα («η θεμελίωση έγινε πάνω σε βράχο»)
νεοελλ.
1. όρυγμα υποδοχής τών θεμελίων
2. το θεμέλιο
3. μτφ. καθίδρυση, ίδρυση, στήσιμο
4. μτφ. στήριξη, εδραίωση, τεκμηρίωση.