Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ισχυρογνώμων

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

-ον, αρσ. και ισχυρογνώμονας (ΑΜ ἰσχυρογνώμων, -ον)
αυτός που επιμένει στη γνώμη του, ακόμη κι όταν είναι εσφαλμένη ή παράλογη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσχυρός + -γνώμων (< γνώμων < γιγνώσκω), πρβλ. ετερογνώμων, σκληρογνώμων.