Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καθένας

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

και καθείς, καθεμιά, καθένα (AM καθεῑς και καθείς, καθεμία, καθέν)
(αόρ. αντων.) ένας - ένας χωριστά ή ο ένας μετά τον άλλο (α. «καθένας με τον πόνο του» β. «ὁ καθεὶς δὲ τῶν φίλων σκυθρωπῶς ὑπεκρέων», ΠΔ)
νεοελλ.
1. ο πρώτος τυχών, οποιοσδήποτε («μην γίνεσαι όργανο του καθενός»)
2. μτφ. κοινός, τυχαίος, ευτελής άνθρωπος.
[ΕΤΥΜΟΛ. καθείς < κατά με σημασία επιμεριστική (πρβλ. εις φάλαγγα κατ' άνδρα) + εἷς - μία - ἕν. Μεταπλασμένος τ. του καθείς είναι ο τ. καθένας (πρβλ. χειμών > χειμώνας].