Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καθένας

L'amor che move il sole e l'altre stelleLove that moves the sun and the other stars
Dante Alighieri, Paradiso, XXXIII, v. 145

Greek Monolingual

και καθείς, καθεμιά, καθένα (AM καθεῑς και καθείς, καθεμία, καθέν)
(αόρ. αντων.) ένας - ένας χωριστά ή ο ένας μετά τον άλλο (α. «καθένας με τον πόνο του» β. «ὁ καθεὶς δὲ τῶν φίλων σκυθρωπῶς ὑπεκρέων», ΠΔ)
νεοελλ.
1. ο πρώτος τυχών, οποιοσδήποτε («μην γίνεσαι όργανο του καθενός»)
2. μτφ. κοινός, τυχαίος, ευτελής άνθρωπος.
[ΕΤΥΜΟΛ. καθείς < κατά με σημασία επιμεριστική (πρβλ. εις φάλαγγα κατ' άνδρα) + εἷς - μία - ἕν. Μεταπλασμένος τ. του καθείς είναι ο τ. καθένας (πρβλ. χειμών > χειμώνας].