Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καουτσούκ

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος → He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125

Greek Monolingual

το
ελαστικό κόμμι, λάστιχο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. caoutchouc < καραϊβ. cahuchu].