Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καρέκλα

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

και καθέκλα και καδέγλα και καδέκλα, η
το συνηθισμένο κάθισμα με στήριγμα για την πλάτη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. charegla που αποτελεί παραφθορά του αρχ. βεν. cadegla < cadegra < λατ. cathedra < αρχ. ελλ. καθέδρα. Από τον τ. cadegla προέκυψε, πιθ. με παρετυμολογική σύνδεση προς το κάθημαι, ο τ. καθέκλα].