Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατάκριση

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (AM κατάκρισις) κατακρίνω
κατηγορία, επιτίμηση, μομφή, επίκριση («με αυτά που κάνει έχει την κατάκριση του κόσμου»)
μσν.-αρχ.
η καταδίκη
αρχ.
κρίση, γνώμη.