Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατάρτιση

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη. Τὸ δὲ ἡττᾶσθαι αὐτὸν ὑφ' ἑαυτοῦ πάντων αἴσχιστόν τε ἅμα καὶ κάκιστον. → Τo conquer yourself is the first and best victory of all, while to be conquered by yourself is of all the most shameful as well as evil
Plato, Laws, 626e

Greek Monolingual

η (AM κατάρτισις) καταρτίζω
πνευματική και ηθική συγκρότηση, μόρφωση, αγωγή
νεοελλ.
1. παροχή ή απόκτηση ειδικών γνώσεων καί εφοδίων, ειδίκευση (α. «επαγγελματικὴ κατάρτιση» β. «επιστημονική κατάρτιση»)
2. συγκρότηση ενός πράγματος («κατάρτιση τών σχεδίων δράσης»)
3. φρ. «κατάρτιση προγράμματος» — σχηματισμός προγράμματος πριν μπει σε λειτουργία κάτι
αρχ.
1. επανόρθωση
2. η επαναφορά εξαρθωμένου μέλους στη θέση του, ανάταξη.