Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατανοώ

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα → Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

(AM κατανοῶ, -έω)
1. εννοώ κάτι καλά, καταλαβαίνω πλήρως (α. «οι μαθητές κατανόησαν το μάθημα» β. «οὐ γάρ που κατανοῶ τὸ νῦν ἐρωτώμενον», Πλάτ.)
2. αντιλαμβάνομαι («από τις μετακινήσεις του εχθρού κατανόησαν ότι θα γίνει επίθεση»)
3. σχηματίζω σαφή αντίληψη για κάτι («κατανοεῑς τίς ποτ' ἐστίν;», Αντίφ.)
αρχ.
1. σκέπτομαι, συλλογίζομαι («καὶ τοίνυν κατανοῶν περὶ τούτων... δοκῶ», Ξεν.)
2. μαθαίνω κάτι («τῆς τε Περσίδος γλώσσης ὅσα ἐδύνατο κατενόησε», Θουκ.)
3. κοιτάζω κάτι εξεταστικά
4. διατηρώ την αντίληψή μου
5. παθ. κατανοοῦμαι, -έομαι
α) είμαι κατανοητός
β) γίνομαι αποδεκτός.