Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατασκεύασμα

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κατασκεύασμα Medium diacritics: κατασκεύασμα Low diacritics: κατασκεύασμα Capitals: ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΑ
Transliteration A: kataskeúasma Transliteration B: kataskeuasma Transliteration C: kataskeyasma Beta Code: kataskeu/asma

English (LSJ)

ατος, τό, A that which is prepared or made, work of art, τὰ Κορίνθια κατασκευάσματα Hippoloch. ap. Ath.4.128d, cf. Plb.4.18.8, Aristeas 52, J.BJ7.5.5, Arr.Epict.2.19.26; surgical apparatus, Orib.49.24.2; esp. building, structure, D.23.207, SIG330.39 (pl., Ilium, iv B.C.), Plb.10.27.9, D.H.3.27, D.S.1.50; οἰκητήριον κατασκεύασμα Cleanth.Stoic.1.132; θεωρητὸν κατασκεύασμα, of the world, Secund.Sent.1: in pl., engines of war, Plb.1.48.5; furniture, ἱεροῦ SIG330.4 (Ilium, iv B.C.). II arrangement, contrivance, D.23.13; τὸ κατασκεύασμα τῶν συσσιτίων Arist.Pol.1271a33; τὰ (τυραννικὰ) κατασκευάσματα ib.1319b27; σοφιστοῦ Phld.Rh.1.183 S.; ἐκ κατασκευάσματος, Lat. ex composito, D.C.52.7.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1378] τό, das Eingerichtete, Zubereitete; τὰ κατασκευάσματα, Kriegsmaschinen, Pol. 1, 48, 5; τὰ ἐπὶ ταῖς χελώναις κατασκ. 9, 41, 3; übh. Gefäß, Geräth, 4, 18, 8 u. öfter; – χαλκοῦς πίναξ τῶν Κορινθίων κατασκευασμάτων, von korinthischer Arbeit, Ath. IV, 128 d; – Gebäude, D. Hal. 3, 27; τὰ κατὰ μέρος κ., die Zimmer, Pol. 10, 27, 9; – Hülfsmittel, Erfindung, Dem. 23, 13, Arist. polit. 6, 4 u. öfter.

Greek (Liddell-Scott)

κατασκεύασμα: τό, ὅ,τι παρασκευάζεται ἢ κατασκευάζεται, ἔργα τέχνης, τὰ Κορίνθια κ. Ἱππόλοχ. παρ’ Ἀθην. 128D, πρβλ. Ἀρρ. Ἐπίκτ. 2. 19, 26· ἰδίως οἰκοδόμημα, οἰκοδομή, κτίριον, Δημ. 689. 13, Πολύβ. 10. 27, 9· καθελεῖν τὴν πόλιν ἄχρι θεμελίων μηδενὸς μήτε ἰδίου μήτε κοινοῦ κατασκευάσματος φειδόμενον Διον. Ἁλ. 3. 27· τὰ κατὰ μέρος κ., τὰ διαμερίσματα, δωμάτια, Πολύβ. 10. 27, 9· ἐν τῷ πληθ., μηχαναὶ πολεμικαί, Πολύβ. 1. 48, 5· τὰ ἐπὶ ταῖς χελώναις κ. ὁ αὐτ. 9. 41, 3· ὡσαύτως, σκεῦος, ἀγγεῖον, κτλ., ὁ αὐτ. 4. 18, 8, κτλ. ΙΙ. ἐξεύρημα, ἐπινόημα, μηχάνημα, ἐπὶ ἀγαθοῦ ἢ κακοῦ, ἐφεύρεσις, δόλος, Δημ. 624. 25· τὸ κ. τῶν συσσιτίων Ἀριστ. Πολ. 2. 9, 32· τὰ τυραννικὰ κ. ὁ αὐτ. 6. 4, 20· ἐκ κατασκευάσματος κατεψηφίσθαι, Λατ. ex composito, ἐκ συνεννοήσεως, Δίων Κ. 52. 7.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
objet préparé, travaillé, particul. :
1 machine de guerre;
2 objet d’art;
3 construction, maison;
4 fig. invention, expédient en mauv. part, en b. part ; ἐκ κατασκευάσματος de propos délibéré, à dessein.
Étymologie: κατασκευάζω.

Greek Monolingual

το (AM κατασκεύασμα)
κατασκευάζω
1. καθετί που κατασκευάζεται ή παρασκευάζεται, δημιούργημα, έργο (α. «αυτό το κτήριο είναι δικό του κατασκεύασμα» β. «εἶχεν κεκρυμμένον διάφορον ἢ κατασκεύασμαἄλλο τι τῶν πλείονος ἀξίων», Πολ.)
2. επινόημα, τέχνασμα, δημιούργημα φαντασίας («ταῡθ' οὕτως ᾤοντο καὶ τοῦτ' ἦν τὸ κατασκεύασμ' αὐτοῖς», Δημοσθ.)
νεοελλ.
ειρων. ακαλαίσθητο έργο, κακόζηλο έργο («αυτά τα κατασκευάσματά του τά βλέπεις και σέ απωθούν»)
αρχ.
1. έργο τέχνης
2. (για το σώμα) δομή, συγκρότηση.

Greek Monotonic

κατασκεύασμα: -ατος, τό,
I. αυτό που προετοιμάζεται να φτιαχτεί, οικοδόμημα, κατασκευή, κτίριο, κτίσμα, σε Δημ.
II. εξεύρημα, επινόημα, μηχάνημα, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

κατασκεύασμα: ατος τό
1) военная машина, орудие (τὰ κατασκευάσματα εὖ παρεσκευασμένα Polyb.);
2) сооружение, строение: τὰ κατὰ μέρος κατασκευάσματα Polyb. отдельные помещения;
3) собир. обстановка, утварь (διάφορον ἢ κ. Polyb.);
4) замысел, выдумка, изобретение (τῶν συσσιτίων Arst.);
5) хитрость, уловка, прием (τοῦτ᾽ ἦν τὸ κ. αὐτοῖς Dem.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κατασκεύασμα -ματος, τό [κατασκευάζω] bouwsel, constructie:. μεγάλαι κατασκευασμάτων ἐπιβολαί grote bouwprojecten Plut. Per. 12.5. organisatie, inrichting, maatregel:. τὸ κατασκεύασμα τῶν συσσιτίων de inrichting van de eetgenootschappen Aristot. Pol. 1271a33.

Middle Liddell

κατασκεύασμα, ατος, τό, [from κατασκευάζω
I. that which is prepared or made, a building, structure, edifice, Dem.
II. an arrangement, contrivance, device, Dem.

English (Woodhouse)

κατασκεύασμα = intrigue, plot, building erected, thing built

⇢ Look up "κατασκεύασμα" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)