Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταστρεπτικός

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

-ή, -ό και καταστρεφτικός, -ή, -ό
αυτός που καταστρέφει, που προξενεί καταστροφή, ολέθριος, αφανιστικός.
επίρρ...
καταστρεπτικώς και -ά (Α καταστρεπτικῶς)
νεοελλ.
με τρόπο ολέθριο, με τρόπο που προξενεί καταστροφή
αρχ.
σαν να είναι κάποιος ή κάτι στο τέλος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < καταστρέφω. Η λ. μαρτυρείται από το 1855 στον Ικέσιο Γ. Λάτρη].