Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατηγορηματικός

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

-ή, -ό κατηγόρημα
1. αυτός που διατυπώνεται σαφώς και απεριφράστως, ρητός, οριστικός και ανεπιφύλακτος («η απάντηση ήταν κατηγορηματική»)
2. αυτός που έχει θέση κατηγορουμένου
3. φρ. α) «κατηγορηματική μετοχή» — η μετοχή η οποία λειτουργεί ως επιθετικός προσδιορισμός ή ως κατηγορούμενο, π.χ. «ὁρῶμεν πάντα ἀληθῆ ὄντα, ἅ λέγετε», «τὸν κατάλαβα στενοχωρημένο»
β) «κατηγορηματικός προσδιορισμός» — ονοματικός ομοιόπτωτος προσδιορισμός ενός ουσιαστικού στο οποίο αποδίδει μια παροδική ιδιότητα, π.χ. «Ἀγησίλαος φαιδρῷ τῷ προσώπῳ ἐκέλευσε», «ήρθε στο σπίτι μόνος του»
γ) «γενική κατηγορηματική» — ουσιαστικό κατηγορούμενο το οποίο εκφέρεται σε πτώση γενική, π.χ. «Ἱπποκράτης ὅδε ἐστὶ τῶν ἐπιχωρίων», «είμαι τριάντα ετών».
επίρρ...
κατηγορηματικώς και -ά
με κατηγορηματικό τρόπο, με βεβαιότητα, απερίφραστα («το δήλωσε κατηγορηματικά»).