Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατσαρός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-ή, -ό (Μ κατσαρός, -ή, -όν)
(για τρίχες και νήματα) σγουρός («κατσαρά μαλλιά»)
νεοελλ.
1. κατσαρομάλλης
2. (για λαχανικά) αυτός που έχει συνεστραμμένα φύλλα
3. φρ. «τρίχες κατσαρές» — ανοησίες, ανούσιες κουβέντες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Κατά μία άποψη < κατσί «γατί» + κατάλ. -αρός, πρβλ. νε-αρός, σθεν-αρός. Κατ' άλλη άποψη < ακανθηρός].