Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κομψότητα

Greek Monolingual

η (Α κομψότης, -ητος) κομψός
η ιδιότητα του κομψού, λεπτότητα, χάρη
αρχ.
(για τη γλώσσα) γλαφυρότητα.