Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κτήση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (AM κτῆσις, -έως, Α ιων. γεν. -ιος)
1. απόκτηση, πρόσκτηση, κατοχή («χρημάτων καὶ κτημάτων κτῆσιν», Πλάτ.)
2. αυτό που κατέχει κάποιος, ιδιοκτησία, περιουσία, κτήμα («κτῆσίν τε ἔχειν τῶν χρυσείων μετάλλων ἐργασίας», Θουκ.)
νεοελλ.
ξένη χώρα που κατέχεται από κάποιο κράτος και στην οποία αυτό ασκεί δικαίωμα κυριαρχίας («οι αγγλικές κτήσεις»)
αρχ.
συν. στον πληθ. αἱ κτήσεις
α) (περιλπτ.) κτήματα, περιουσία
β) αγροτικά κτήματα, επαύλεις, υποστατικά, αγροί («ἀνδράποδα ὅσα κατέλιπον ἐπὶ τῶν κτήσεων», Δίον. Αλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. κτη- (πρβλ. κτή-σομαι, μέλλ. του κτῶμαι) + κατάλ. -σις (πρβλ. πτήσις, ρήσις)].