Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κόκαλο

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι → Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.

Greek Monolingual

και κόκκαλο, το (Μ κόκκαλον)
1. οστό
2. φρ. «τρώγω κάποιον ώς το κόκαλο» — εκμεταλλεύομαι κάποιον πάρα πολύ
νεοελλ.
1. εργαλείο ή εξάρτημα κατασκευασμένο από οστό, όπως π.χ. το πλήκτρο του πιάνου
2. μικρό εργαλείο από ξύλο, μέταλλο ή κόκαλο, με το οποίο υποβοηθείται η εισαγωγή του ποδιού στο υπόδημα
3. ο σκληρός πυρήνας τών καρπών, κουκούτσι
4. φρ. α) «γερό κόκαλο» — άνθρωπος ισχυρής κράσης, πολύ υγιής και ανθεκτικός
β) «είμαι πετσί και κόκαλο» — είμαι άτομο πολύ αδύνατο, είμαι λιπόσαρκος
γ) «αφήνω κάπου τα κόκαλά μου» — πεθαίνω σε έναν τόπο
δ) «μένω κόκαλο» — μένω άναυδος, μένω εμβρόντητος
ε) «κόκαλα έχει ο καφές;» — λέγεται ως εκδήλωση ανησυχίας για την αργοπορία σερβιρίσματος του καφέ
στ) «αυτή η δουλειά έχει κόκαλα» — αυτή η δουλειά είναι δύσκολη στην εκτέλεσή της
ζ) «έφτασε το μαχαίρι στο κόκαλο» — το κακό έφτασε στο απροχώρητο
η) «παλιό κόκαλο» άτομο μεγάλης ηλικίας
5. παροιμ. «η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει» — με τη συκοφαντία και την προσβολή μπορεί κάποιος να προκαλέσει το μεγαλύτερο κακό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κόκκαλος, με αλλαγή γένους, κατά το ὀστοῦν.