Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λαμαρίνα

Ὄττω τις ἔραται → Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η
1. μετάλλινο φύλλο μικρού πάχους, λεπτό έλασμα
2. μεγάλο τετράπλευρο ταψί που χρησιμοποιείται για το ψήσιμο φαγητών και γλυκών στον φούρνο
3. φρ. «δάγκωσε τη λαμαρίνα» — ερωτεύτηκε σφοδρά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. lamarin, υποκορ. του ιταλ. lamiera «έλασμα»].