Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λογισμός

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει → Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: λογισμός Medium diacritics: λογισμός Low diacritics: λογισμός Capitals: ΛΟΓΙΣΜΟΣ
Transliteration A: logismós Transliteration B: logismos Transliteration C: logismos Beta Code: logismo/s

English (LSJ)

ὁ, A counting, calculation, τῶν ἡμερῶν Th.4.122; τυγχάνειν τοῦ ἀληθοῦς λ. Id.3.20; ἐκ τοιοῦδε λ. ἔξεστί τῳ σκοπεῖν Id.5.68; ἐν λ. ἁμαρτάνειν Pl.R.340d; ἀριθμὸς καὶ λ. Id.Phdr.274c; ἐπὶ λογισμὸν ἐλθόντες Id.Euthphr.7b; καθέζεσθαι ἐπὶ τοὺς λ. Aeschin.3.59: in plural, numbers, arithmetic, λογισμοὺς μανθάνειν X.Mem.4.7.8; λογισμούς τε καὶ ἀστρονομίαν καὶ γεωμετρίαν… διδάσκειν Pl.Prt.318e, cf. R.510c, al. 2 account, reckoning, Lys.32.19, D.18.113, etc.; λ. λαμβάνειν hold an audit, Arist.Pol.1322b9. II without reference to number, calculation, reasoning, τοῦ ξυμφέροντος λογισμῷ Th.2.40; καθιστάναι τινὰς ἐς λ. Id.6.34; λογισμῷ ἐλάχιστα χρώμενοι Id.2.11; ἐνδέχεταί τι λογισμόν Id.4.92; λ. αὐτοκράτορι (v. αὐτοκράτωρ 1.4) ib.108; οὐ λογισμῷ δόντες τοὺς κινδύνους Lys.2.23; λογισμὸν περί τινος ἔχειν Pl. Lg.805a; ὅσον ἦν ἀνθρωπίνῳ λ. δυνατόν D.18.300, cf. 193; τοῖς λ. τοῖς ἰδίοις πταίων ἀεί Men.380; μετὰ λογισμοῦ πάντα πράττουσίν τινος Id.617, cf. Philem.90.10, etc.; personified, opp. Θυμός, Cleanth.Stoic. 1.129. 2 reason, argument, X.HG3.4.27, Pl.Ti.34a. III reasoning power, [Epich.] 257.1, Democr. 187, X.Mem.4.3.11, Epicur. Sent.16, al.: freq. in Arist., τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος (ζῇ) καὶ τέχνῃ καὶ λογισμοῖς Metaph.980b28, cf. de An.415a8, al.—Only in Prose and Com.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

λογισμός: ὁ, λογαριασμός, ὑπολογισμός, ἐκτίμησις, τῶν ἡμερῶν Θουκ. 4. 122· τυγχάνειν τοῦ ἀληθοῦς λ. ὁ αὐτ. ἐν 3. 20· ἐκ τοιοῦδε λ. ἔξεστι σκοπεῖν ὁ αὐτ. ἐν 5. 68· ἐν λ. ἁμαρτάνειν Πλάτ. Πολ. 340D· λ. καὶ ἀριθμὸς ὁ αὐτ. Φαίδρ. 274C· ἐπὶ λογισμὸν ἔρχεσθαι ὁ αὐτ. ἐν Εὐθύφρονι 7Β· καθέζεσθαι ἐπὶ τοὺς λ. Αἰσχίν. 62. 8· λ. λαμβάνειν Ἀριστ. Πολ. 6. 8, 16· - ἐν τῷ πληθ., ἀριθμοί, ἀρίθμησις, ἀριθμητική, λογισμοὺς μανθάνειν Ξεν. Ἀπομν. 4. 7, 8· λογισμούς τε... καὶ γεωμετρίαν... διδάσκειν Πλάτ. Πρωτ. 318E, πρβλ. Πολ. 510C, κ. ἀλλ.· - πρβλ. λογιστικός. 2) «λογαριασμός», τὸ ἔγγραφον τοῦ λογαριασμοῦ, Δημ. 264. 16. ΙΙ. ἄνευ ἀναφορᾶς εἰς ἀριθμόν, ὑπολογισμός, ἐκτίμησις, τὸ λαμβάνειν τι ὑπὸ σκέψιν καὶ ἐξέτασιν, τοῦ ξυμφέροντος λογισμῷ Θουκ. 2. 40· καθιστάναι τινὰ εἰς λ. ὁ αὐτ. ἐν 6. 34· λογισμῷ ἐλάχιστα χρῆσθαι ὁ αὐτ. ἐν 2. 11· ἐνδέχεταί τι λογισμὸν ὁ αὐτ. ἐν 4. 92· αὐτοκράτορι λ. (ἴδε αὐτοκράτωρ Ι. 4), ὁ αὐτ. ἐν 108· οὐ λογισμῷ δόντες τοὺς κινδύνους Λυσ. 192. 37· λογισμὸν ἔχειν περί τινος Πλάτ. Νόμ. 805A· ὅσον ἦν ἀνθρωπίνῳ λογισμῷ δυνατὸν Δημ. 325. 28, πρβλ. 292. 23· τοῖς λ. τοῖς ἰδίοις πταίων ἀεὶ Μένανδρ. ἐν «Παρακαταθήκῃ» 4· μετὰ λογισμοῦ πάντα πράττουσιν ὁ αὐτ. ἐν Ἀδήλ. 267, πρβλ. Φιλήμ. ἐν Ἀδήλ. 5. 10, κτλ. 2) λόγος, συμπέρασμα, Ξεν. Ἑλλ. 3. 4. 27, Πλάτ. Τίμ. 34A. ΙΙΙ. δύναμις τοῦ συλλογίζεσθαι, τὸ λογικόν, ὁ ὀρθὸς λόγος, Ξεν. Ἀπομν. 4. 3, 11, Ἐπίκουρ. παρὰ Διογ. Λ. 10. 144· συχν. παρ’ Ἀριστ., τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος ζῇ καὶ τέχνῃ καὶ λογισμοῖς Μετὰ τὰ Φυσ. 1. 1, 3, πρβλ. π. Ψυχ. 2. 3, 9, κ. ἀλλ. - Ἐν χρήσει μόνον παρὰ τοῖς πεζογράφοις καὶ κωμ. ποιηταῖς.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
I. compte, calcul avec idée de nombre : λογισμὸς τῶν ἡμερῶν THC compte du nombre de jours ; τυγχάνειν τοῦ ἀληθοῦς λογισμοῦ THC trouver le compte vrai ; οἱ λογισμοί les nombres, d’où science des nombres, arithmétique : λογισμοὺς μανθάνειν XÉN apprendre le calcul;
II. compte, calcul sans idée de nombre, raisonnement, réflexion : ποιεῖν τι τοιῷδε λογισμῷ ὡς, εἰ, etc. XÉN faire qch avec cette pensée que, si, etc. ; καθιστάναι τινὰ εἰς λογισμόν THC donner à croire ; p. suite :
1 considération, raison, motif : ὅσον ἦν ἀνθρωπίνῳ λογισμῷ δυνατόν DÉM autant qu’il était possible selon les calculs de la raison humaine ; οὐ τοῦ ξυμφέροντος μᾶλλον λογισμῷ ἢ τῆς ἐλευθερίας τῷ πιστῷ THC compte que l’on tient de l’intérêt plutôt que de l’indépendance;
2 faculté de raisonner, raison.
Étymologie: λογίζομαι.

English (Strong)

from λογίζομαι; computation, i.e. (figuratively) reasoning (conscience, conceit): imagination, thought.

English (Thayer)

λογισμοῦ, ὁ (λογίζομαι));
1. a reckoning, computation.
2. a reasoning: such as is hostile to the Christian faith, A. V. imaginations).
3. a judgment, decision: such as conscience passes, A. V. thoughts). (Thucydides, Xenophon, Plato, Demosthenes, others; the Sept. for מַחֵשָׁבָה, as Psalm 33:10>).)

Greek Monolingual

ο (AM λογισμός) λογίζομαι
1. λογαριασμός, υπολογισμός, μέτρηση («Σκιωναίους δὲ αἰσθόμενος ἐκ λογισμοῡ τῶν ἡμερῶν ὅτι ὕστερον ἀφεστήκοιεν», Θουκ.)
2. σκέψη, συλλογισμός, στοχασμός («πώς μάς θωρείς ακίνητος; πού τρέχει ο λογισμός σου;» Βαλαωρ.)
3. λογικό, ορθός λόγος, νους
4. σχέδιο, πρόθεση, σκοπός (α. «οι Τούρκοι έχουν λογισμόν καστέλλι για να κάμουν», Τζάνε)
β. τοῦτο δ' ἐποίησαν οἱ Λακεδαιμόνιοι τοιῷδε λογισμῷ», Ξεν.)
νεοελλ.
1. έγνοια, στενοχώρια («περνούν οι χρόνοι κ' οι καιροί κ' η Ρήγισσα εγαστρώθη κι' ο Ρήγας απ' το λογισμό και βάρος ελυτρώθη», Ερωτόκρ.)
3. διαίσθηση («μού τάσσει ο λογισμός πως είν' ξετελεμένα», Φορτουν.)
4. μαθ. κλάδος τών μαθηματικών που ασχολείται με τα προβλήματα του ορισμού και του υπολογισμού της κλίσης μιας καμπύλης καθώς και του εμβαδού του χωρίου που περιορίζεται από μια καμπύλη (α. «αλγεβρικός λογισμός» β. «διαφορικός λογισμός» γ. «απειροστικός λογισμός» δ. «λογισμός τών πιθανοτήτων» ε. «ολοκληρωτικός λογισμός»)
6. η χρήση, η εφαρμογή του λόγου και ορισμένων λογικών αρχών στη λύση οικονομικών θεμάτων (α. «οριακός λογισμός κόστους» β. «οικονομικός λογισμός»)
5. φρ. «μετρώ τον λογισμό» — σκέφτομαι
νεοελλ.-μσν.
1. φόβος («σ' εμέναν ήλθεν λογισμός κι εδώ στο σπήλιο εμπήκα», Χούμν.)
2. φρ. «εις λογισμόν» — με σκοπό
μσν.
1. εξομολόγηση τών αμαρτιών
2. αισθήσεις («ἡ δειλὴ συνῆλθεν εἰς τὸν λογισμὸν της πάλιν», Λουκάν. Ομ. Ιλ.)
3. υπολογισμός, συμφέρον («μή σε κομπώσει ὁ λογισμός», Σπαν.)
4. φρ. α) «μπαίνω σε λογισμό» — μπαίνω σε συλλογή, σε σκέψεις, σε σκοτούρες
β) «μοῡ δίνει ὁ λογισμός» — μέ φωτίζει ο νούς μου, μού έρχεται η ιδέα
5. τρόπος σκέψης («μήπως ἀλλάξει ὁ λογισμὸς τῆς νεότης σου καὶ σφάλεις», Δεφαρ.)
6. αιτία, λόγος
7. εξομολόγηση αμαρτημάτων
8. στον πληθ. οἱ λογισμοί
οι ψήφοι
αρχ.
1. αριθμοί, αρίθμηση, αριθμητική («λογισμούς τε καὶ ἀστρονομίαν... διδάσκοντες», Πλάτ.)
2. λογοδοσία.

Greek Monotonic

λογισμός: ὁ (λογίζομαι
I. 1. λογαριασμός, υπολογισμός, εκτίμηση, σε Θουκ., Πλάτ.· στον πληθ., αριθμητική, σε Ξεν., Πλάτ.
2. λογαριασμός, το χαρτί του λογαριασμού, σε Δημ.
II. 1. χωρίς αναφορά σε αριθμούς, υπολογισμός, εκτίμηση, συλλογισμός, σε Θουκ., Δημ.
2. λόγος, συμπέρασμα, σε Ξεν.
III. δύναμη συλλογισμού, λογική ικανότητα, ορθός λόγος, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

λογισμός:
1) счет, подсчет, счисление (τῶν ἡμέρων Thuc.; ἐν λογισμῷ ἁμαρτάνειν Plat.);
2) pl. искусство счета, арифметика (λογιομοὺς μανθάνειν Xen.; λογισμούς τε καὶ γεωμετρίαν διδάσκειν Plat.);
3) расчет, учет, соображение (ὅσον ἦν ἀνθρωπίνῳ λογισμῷ δυνατόν Dem.): τοιῷδε λογισμῷ Xen. с таким расчетом; καθιστάναι τινά ἐς λογισμόν Thuc. заставить кого-л. принять во внимание;
4) рассуждение, размышление: σώφρονος ἀνθρώπου λογισμῷ χρῆσθαι Dem. здраво рассуждать;
5) способность суждения, разум (κατέχειν τῷ λογισμῷ τὴν ἐπιθυμίαν Arst.).

Middle Liddell

λογισμός, οῦ, ὁ, λογίζομαι
I. a counting, reckoning, calculation, computation, Thuc., Plat.:—in pl. arithmetic, Xen., Plat.
2. an account, bill, Dem.
II. without reference to number, calculation, consideration, reasoning, Thuc., Dem.
2. an argument, conclusion, Xen.
III. reasoning power, reason, Xen.

Chinese

原文音譯:logismÒj 羅居士摩士
詞類次數:名詞(2)
原文字根:放置(說) 相當於: (מַחֲשָׁבָה‎) (עֵצָה‎)
字義溯源:謀算,思想,思念,想像,推論,計謀;源自(λογίζομαι)=數算);而 (λογίζομαι)出自(λόγος)=話), (λόγος)出自(λέγω / εἴρω)*=陳述)。參讀 (γνώμη)同義字
出現次數:總共(2);羅(1);林後(1)
譯字彙編
1) 計謀(1) 林後10:5;
2) 思念(1) 羅2:15

English (Woodhouse)

λογισμός = account, calculation, reckoning, process of reasoning

⇢ Look up "λογισμός" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)