Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μίμηση

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

η (ΑΜ μίμησις) μιμούμαι
1. το να μιμείται κανείς κάποιον ή κάτι, απομίμηση, σε αντιδιαστολή προς την πρωτοτυπία («καὶ τυραννίδος μᾶλλον ἐφαίνετο μίμησιςστρατηγία», Θουκ.)
2. το έργο που προέρχεται από απομίμηση, ομοίωμα («το έργο αυτό δεν είναι γνήσιο, είναι μίμηση»)
νεοελλ.
1. μουσ. τρόπος γραφής που συνίσταται στο να επαναλαμβάνεται το ίδιο μελωδικό σχήμα από τη μια φωνή στην άλλη ή από το ένα όργανο στο άλλο
2. (ψυχολ.) η συνειδητή ή ασυνείδητη προσπάθεια ενός ατόμου να αναπαραγάγει στη σκέψη ή στη συμπεριφορά του το ίδιο πρότυπο σκέψης ή συμπεριφοράς που παρατήρησε σε κάποιο άτομο·