Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαστιγίας

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν → Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μαστῑγίας Medium diacritics: μαστιγίας Low diacritics: μαστιγίας Capitals: ΜΑΣΤΙΓΙΑΣ
Transliteration A: mastigías Transliteration B: mastigias Transliteration C: mastigias Beta Code: mastigi/as

English (LSJ)

ου, ὁ, (μάστιξ) A one that wants whipping, a rogue, S.Fr.329 (pl.), Ar.Eq.1228, Ra.501, Pl.Grg.524c, Men.Pk.134, Plu. 2.829b, etc.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

μαστῑγίας: -ου, ὁ, (μάστιξ) ὁ μαστιγώσεως ἀεὶ δεόμενος, δοῦλος, οὐτιδανός, κακὸς ἄνθρωπος καὶ ἐλεεινός, Λατ. verbero, Σοφ. Ἀποσπ. 309, Ἀριστοφ. Ἱππ. 1228, Βάτρ. 501, Πλάτ. Γοργ. 524C. - Καθ’ Ἡσύχ.: «μαστιγίας· ὁ μαστιζόμενος».

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
gibier de fouet, qui reçoit sans cesse le fouet.
Étymologie: μάστιξ.

Greek Monolingual

μαστιγίας, ὁ (Α)
1. (για δούλους) αυτός που άξιζε να μαστιγωθεί ή αυτός που μαστιγωνόταν συχνά
2. μτφ. τιποτένιος, ελεεινός, χαμένος ή και κακός άνθρωπος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μάστιξ -ιγος + κατάλ. -ίας (πρβλ. θαλαμ-ίας)].

Greek Monotonic

μαστῑγίας: -ου, ὁ (μάστιξ), αυτός που θέλει συνεχώς μαστίγωμα, τιποτένιος σκλάβος, ελεεινός απατεώνας, Λατ. verbero, σε Αριστοφ., Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

μαστῑγίᾱς: ου (γῐ) ὁ избиваемый плетьми или достойный плети, т. е. негодяй Arph., Plat., Plut.