Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μονάρχης

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μονάρχης Medium diacritics: μονάρχης Low diacritics: μονάρχης Capitals: ΜΟΝΑΡΧΗΣ
Transliteration A: monárchēs Transliteration B: monarchēs Transliteration C: monarchis Beta Code: mona/rxhs

English (LSJ)

ου, ὁ, A = μόναρχος, dub.l. in Jul.Or.2.85c.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 201] ὁ, = μόναρχος, Pol. 40, 3, 8, Luc. Phal. 2, 5.

Greek (Liddell-Scott)

μονάρχης: -ου, ὁ, = μόναρχος, Πολύβ. 40. 3, 8.

Greek Monolingual

ο (ΑΜ μονάρχης)
ανώτατος άρχοντας πολιτείας, συνήθως κληρονομικός, ο οποίος ασκεί μόνος του την ανώτατη εξουσία, βασιλιάς, αυτοκράτορας
νεοελλ.
ζωολ. γένος στρουθιόμορφων πτηνών της οικογένειας muscicapidae.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μον(ο)- + -άρχης (< ἄρχω), πρβλ. τοξ-άρχης].

Russian (Dvoretsky)

μονάρχης: ου ὁ Polyb. = μόναρχος II.