Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νοστιμάδα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (Μ νοστιμάδα)
ευχάριστη γεύση, νοστιμιά («το αλάτι δίνει νοστιμάδα στα φαγητά»)
νεοελλ.
θελκτικότητα και χάρη, κομψότητα
μσν.
μτφ. ψυχική ή πνευματική ευχαρίστηση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νόστιμος + κατάλ. -άδα (πρβλ. φρονιμ-άδα)].