Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ομογνώμων

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

-ον (Α ὁμογνώμων, -ον)
αυτός που έχει την ίδια γνώμη με άλλον, ομόγνωμος («ἡγήσονται καὶ ὑμᾱς ὁμογνώμονας γεγονέναι τοῖς αὑτοὺς προδεδωκόσιν», λυσ.).
επίρρ...
ομογνωμόνως (Α ὁμογνωμόνως)
με ομοφωνία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)- + -γνώμων (< γνώμων < γιγνώσκω), πρβλ. πολυ-γνώμων.