Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ορρείον

Ἰχθύς ἐκ τῆς κεφαλῆς ὄζειν ἄρχεται -> The fish stinks from the head
Michael Apostolius Paroemiographus, Paroemiae

Greek Monolingual

ὁρρεῑον και ὅρρεον και ὁρρίον και ὡρεῑον και ὡρρεῑον, τὸ (ΑΜ)
αποθήκη καλά στεγασμένη και αεριζόμενη, στην οποία φυλάσσονταν τρόφιμα, σιτηρά και άλλα πολύτιμα είδη
μσν.
κατάστημα ή αποθήκη τών βυζαντινών χρόνων που είχαν σχέση με την πολιτική του ανεφοδιασμού και τις ανάγκες της φορολογίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. horreum «αποθήκη σιτηρών»].