Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ούπω

Ὄττω τις ἔραται → Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

οὔπω και οὔ πω και ιων. τ. οὔκω)
επίρρ. όχι ακόμη, ακόμη δεν
νεοελλ.
φρ. α) «ούπω καιρός» — δεν είναι ακόμη ο καιρός
β) «όσον ούπω» — βλ. οσονούπω
αρχ.
(χρησιμοποιείται ως επιτ. αρνήσεως) με κανέναν τρόπο, διόλου.