Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πάγκακος

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: πάγκᾰκος Medium diacritics: πάγκακος Low diacritics: πάγκακος Capitals: ΠΑΓΚΑΚΟΣ
Transliteration A: pánkakos Transliteration B: pankakos Transliteration C: pagkakos Beta Code: pa/gkakos

English (LSJ)

ον, A utterly bad, π. ἦμαρ most unlucky day, Hes.Op.813; very noxious, τὸ ἔλαιον τοῖς φυτοῖς π. Pl.Prt.334b. Adv. -κως, ὀλέσθαι A. Th.552; δόμοις π. ἔχειν Id.Ch.740; π. ἔθεσαν Id.Pers.282 codd.; τεθνάναι E.Med.1135; π. διακείμενος Python 1.6. 2 of persons, utterly evil, Thgn.149, Pl.Lg.928e, Arist.EN1099b5: Sup., ὦ παγκάκιστε S.Ant.742, E Med.465, etc.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 435] ganz, durchaus schlecht; schlimm; πάγκακον ἦμαρ, ein ganz unglücklicher Tag, Hes. O. 815; in sittlicher Beziehung, Theogn. 149; ἐν παγκάκων ἤθεσιν ἀνθρώπων, Plat. Legg. XI, 928 e; schädlich, τὸ ἔλαιον τοῖς φυτοῖς ἅπασίν ἐστι πάγκακον, Prot. 334 b; φίλος, Arist. Nic. eth. 1, 8, 16; Sp. – Superlat. παγκάκιστος; Soph. Ant. 742; Eur. Suppl. 529 Med. 465; auch Luc. Demon. 56. – Adv., δόμοις δὲ τοῖσδε παγκάκως ἔχει, Aesch. Ch. 740; παγκάκως ὀλοίατο, Spt. 552, wie εἰ τεθνᾶσι παγκάκως Eur. Med. 1135.

Greek (Liddell-Scott)

πάγκᾰκος: -ον, ἐντελῶς κακός, ὅλως δι’ ὅλου κακός, π. ἦμαρ, ἡμέρα ἀτυχεστάτη, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 811· λίαν βλαβερός, τὸ ἔλαιον τοῖς φυτοῖς π. Πλάτ. Πρωτ. 334Β. ― Ἐπίρρ., παγκάκως ὀλέσθαι Αἰσχύλ. Θήβ. 552· π. ἔχει τινὶ ὁ αὐτ. ἐν Χο. 740· π. τιθέναι ὁ αὐτ. ἐν Πέρσ. 282· τεθνάναι Εὐρ. Μήδ. 1135. 2) ἐπὶ ἀνθρώπων, ἐντελῶς κακός, κάκιστος, μοχθηρότατος, Θέογν. 149, Πλάτ. Νόμ. 928Ε, κ. ἀλλ.· ὑπερθ., ὦ παγκάκιστε, Σοφ. Ἀντ. 742, Εὐρ. Μήδ. 465, κτλ.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 funeste;
2 très méchant;
Sp. παγκάκιστος.
Étymologie: πᾶς, κακός.

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ πάγκακος, -ον)
πολύ κακός, κάκιστος, μοχθηρότατος
αρχ.
1. (για πράγματα) πολύ βλαβερός («τὸ ἔλαιον τοῖς μὲν φυτοῖς ἅπασιν ἐστὶ πάγκακον», Πλάτ.)
2. φρ. «πάγκακον ἧμαρ» — πάρα πολύ άτυχη ημέρα (Ησίοδ.).
επίρρ...
παγκάκως (Α)
με κάκιστο τρόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παν- + κακός].

Greek Monotonic

πάγκᾰκος: -ον, 1. εντελώς κακός, παντελώς άτυχος, σε Ησίοδ.· πάρα πολύ βλαβερός, στον ίδ., Πλάτ.· επίρρ. παγκάκως ὀλέσθαι, σε Αισχύλ.· παγκάκως ἔχει τινί, στον ίδ.
2. λέγεται για ανθρώπους, εντελώς κακός, πάρα πολύ μοχθηρός ή κάκιστος, σε Θέογν.· υπερθ. ὦ παγκάκιστε, σε Σοφ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

πάγκᾰκος:
1) наихудший, ужасный (ἦμαρ Hes.; ἄνθρωπος Plat., Plut.; παῖδες Arst.): ὦ παγκάκιστε! Soph. негоднейший человек!;
2) чрезвычайно вредный (τοῖς φυτοῖς Plat.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πάγκακος -ον [πᾶς, κακός] door en door slecht:; ὦ παγκάκιστε doortrapte schurk Soph. Ant. 742; τὸ ἔλαιον τοῖς μὲν φυτοῖς ἅπασίν ἐστιν πάγκακον olijfolie is de pest voor alle planten Plat. Prot. 334b; adv. παγκάκως allerellendigst:. δόμοις... τοῖσδε παγκάκως ἔχει voor dit huis is de situatie allerellendigst Aeschl. Ch. 740.

Middle Liddell

πάγ-κᾰκος, ον,
1. utterly bad, all-unlucky, Hes.: most noxious, Hes., Plat.—adv., παγκάκως ὀλέσθαι Aesch.; π. ἔχει τινί Aesch.
2. of persons, utterly bad, most evil or wicked, Theogn.: Sup. ὦ παγκάκιστε, Soph., Eur.

English (Woodhouse)

πάγκακος = evil, morally, wicked, utterly bad

⇢ Look up "πάγκακος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)