Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πάει

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

το
(ποιητ. τ.) ο πηγεμός («στο πάει και στο έλα»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τύπος του γ' προσ. του ρ. πάω αντί της προστ. πήγαινε για μετρ. λόγους (πρβλ. το πηγαινέλα < πήγαινε + έλα)].