Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παλιγκάπηλος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: πᾰλιγκάπηλος Medium diacritics: παλιγκάπηλος Low diacritics: παλιγκάπηλος Capitals: ΠΑΛΙΓΚΑΠΗΛΟΣ
Transliteration A: palinkápēlos Transliteration B: palinkapēlos Transliteration C: paligkapilos Beta Code: paligka/phlos

English (LSJ)

[κᾰ], ὁ, A retailer of imported produce, Ar.Pl.1156 (ὁ ἀπὸ τοῦ ἐμπόρου ἀγοράζων καὶ πωλῶν Sch.): metaph., π. πονηρίας D.25.46.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 448] ὁ, Wiederverkäufer, Höker, der die eingehandelten Waaren im Kleinen wieder verkauft, VLL. u. Schol. Ar. Plut. 1156; übertr., πονηρίας, Dem. 25, 45 u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

πᾰλιγκάπηλος: ὁ, ὁ ἀγοράζων ἐμπορεύματα καὶ μεταπωλῶν αὐτὰ «λιανικῶς», μεταπράτης, Ἀριστοφ. Πλ. 1156· π. πονηρίας Δημ. 784. 9· πρβλ. παλιμπράτης. - Καθ’ Ἡσύχ.: «παλιγκάπηλος· ὁ μετάβολος, ὁ τὸ αὐτὸ ἀεὶ ἀγοράζων καὶ πωλῶν».

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
revendeur.
Étymologie: πάλιν, κάπηλος.

Greek Monolingual

παλιγκάπηλος, ὁ (ΑΜ)
αυτός που αγοράζει εμπορεύματα και τα μεταπωλεί λειανικά, μεταπωλητής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πάλιν + κάπηλος «μικροπωλητής»].

Greek Monotonic

πᾰλιγκάπηλος: ὁ, αυτός που αγοράζει κάτι και το πουλά πάλι, μεταπράτης, πλανόδιος μικροπωλητής, σε Αριστοφ., Δημ.

Russian (Dvoretsky)

πᾰλιγκάπηλος: ὁ перепродавец, розничный торговец, лавочник Arph., Dem.

Middle Liddell

πᾰλιγ-κάπηλος, ὁ,
one who buys and sells again, a petty retailer, huckster, Ar., Dem.